λατομώ

λατομώ
(ε) αμετ. вырубать камень в каменоломне, добывать камень

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "λατομώ" в других словарях:

  • λατομώ — (AM λατομῶ, έω) [λατόμος] εξορύσσω λίθους ή μάρμαρα, εργάζομαι σε λατομείο μσν. σκαλίζω παραστάσεις σε σκληρή επιφάνεια, λαξεύω αρχ. φρ. «λατομώ λάκκον» σκάβω βραχώδες μέρος για να εξορύξω πέτρες ή μάρμαρα …   Dictionary of Greek

  • λατομώ — λατόμησα, λατομήθηκα, λατομημένος, είμαι λατόμος, βγάζω πέτρες από λατομεία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • λατομῶ — λατομέω quarry pres subj act 1st sg (attic epic doric) λατομέω quarry pres ind act 1st sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αλατόμητος — η, ο (AM ἀλατόμητος, ον) νεοελλ. 1. αυτός που δεν λατομήθηκε, που δεν κόπηκε από λατομείο 2. (για τη γη) αυτή στην οποία δεν δημιουργήθηκαν, δεν ανοίχθηκαν λατομεία αρχ. μσν. ο αλάξευτος, απετροκόπητος. [ΕΤΥΜΟΛ. < α στερητ. + λατομητός <… …   Dictionary of Greek

  • εκλατομώ — ( έω) (AM ἐκλατομῶ) 1. σκάβω πετρώδες έδαφος, λατομώ 2. κόβω, κοιλαίνω …   Dictionary of Greek

  • λατομεύω — (Α) [λατόμος] πάπ. λατομώ …   Dictionary of Greek

  • λατομητός — λατομητός, ή, όν (Α) [λατομώ] 1. αυτός που λατομήθηκε, που κόπηκε από βράχο 2. (για λίθο) πελεκητός, πελεκημένος πάνω στον βράχο (α. «κλίμακα λατομητήν», Στράβ. β. «λίθους λατομητούς», ΠΔ) …   Dictionary of Greek

  • λατόμημα — το (Α λατόμημα) [λατομώ] λίθος που εξορύσσεται από λατομείο …   Dictionary of Greek

  • λατόμηση — η [λατομώ] η εξόρυξη διαφόρων τύπων πετρωμάτων χωρίς μεταλλικά συστατικά από ανοιχτούς χώρους εκσκαφής μικρού σχετικά βάθους …   Dictionary of Greek

  • λιθοτομώ — λιθοτομῶ, έω (AM) [λιθοτόμος] αφαιρώ με τομή λίθο σχηματισμένο σε κύστη αρχ. κόβω, πέτρες, λατομώ …   Dictionary of Greek

  • μυριολατομημένος — μυριολατομημένος, η, ον (Μ) λαξεμένος με πολλές παραστάσεις, ολοσκάλιστος. [ΕΤΥΜΟΛ. < μυρι(ο) * + λατομημένος, μτχ. παρακμ. τού λατομῶ] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»